H Eλλάδα λατινοαμερικανοποιείται…

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης με τον «Μαχαιροβγάλτη» χαρτογραφεί τις γκρίζες ζώνες της ελληνικής πραγματικότητας

Του Δημήτρη Mπούρα @ Η Καθημερινή, 31/10/2010

Οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη είναι αυστηρώς ακατάλληλες για παιδιά και για ηθικολόγους. Φταίει ο ανελέητος και ακραίος λεκτικά τρόπος με τον οποίο ο Κύπριος σκηνοθέτης χαρτογραφεί γκρίζες ζώνες της ελληνικής πραγματικότητας, περιγράφοντας την αλλοτρίωση και την επιθετικότητα σε διάφορες παραλλαγές της. Στο «Σπιρτόκουτο» (2003) η μικροαστική οικογένεια αλληλοσπαράσσεται σε ένα διαμέρισμα – φυλακή. Στην «Ψυχή στο στόμα» (2005) ένας μικροαστός, ο παροιμιώδης καλός άνθρωπος της ελληνικής ηθογραφίας, ταπεινώνεται ποικιλοτρόπως και στο τέλος γίνεται φονιάς. Στον σημερινό «Μαχαιροβγάλτη», που έχει ασπρόμαυρη φωτογραφία με στυλ, ένα ρεμάλι έρχεται από την επαρχία και εγκαθίσταται στις παρυφές της μεγάλης μας πόλης. Αναλαμβάνει να γίνει φύλακας δυο ντόμπερμαν που βρίσκονται φυλακισμένα σε ένα κλουβί στην πιλοτή μιας μονοκατοικίας. Εν ριπή οφθαλμού ο φύλακας των σκύλων γίνεται και αυτός φονιάς και κατόπιν θεματοφύλακας της μικροαστικής οικογένειας. Η ταινία έχει κάτι από μαύρη κωμωδία, φάρσα γκραν γκινιόλ, αλλά και από γουέστερν στο βάθος των οριζόντων της. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ» ο Οικονομίδης, μιλάει εκ βαθέων για την αθηναϊκή Αγρια Δύση και για το γκρίζο γύρω μας. Δηλώνει καλλιτέχνης χωρίς βεβαιότητες, ο οποίος ψάχνει εντός του ανθρώπου. «Σημεία και τέρατα, βρίσκονται εκεί μέσα»…

– Οι χαρακτήρες στις προηγούμενες ταινίες σας πέφτουν προς τον πάτο του βαρελιού. Ο σημερινός Μαχαιροβγάλτης είναι σαν να χτύπησε τζακ ποτ στο ΛΟΤΤΟ.

– Είναι ο βλάκας της διπλανής πόρτας, ο οποίος βγαίνει καθαρός στο τέλος. Ενας ηλίθιος και ρηχός, πιο επικίνδυνος από τον έξυπνο και τον πονηρό, γιατί είναι απρόβλεπτοι και μπορούν να φτάσουν πιο εύκολα στα άκρα. Ο βλάκας και ο ασυνείδητος είναι οι κερδισμένοι στη σημερινή κοινωνία. Ενα γενικό μοντέλο, που κυριαρχεί.

– Οι καταστάσεις που περιγράφετε αφορούν το σύνολό της την ελληνική κοινωνία;

– Ενα κομμάτι της, αυτό που θα το χαρακτήριζα ακαλλιέργητη μεσαία τάξη προς τα κάτω. Μια τάξη απαίδευτων που φτάνουν στα όρια του λούμπεν. Ανθρωποι σχεδόν βάρβαροι, νευρωσικοί, με όλες τις χαρακιές που μπορεί να κουβαλάει ένας κόσμος που έχει στριμωχτεί ανάμεσα σε τόνους από μπετόν στο άστυ. Ολο αυτό το πράγμα, με την οικονομική ανέχεια και την αμορφωσιά, είναι μια οργανωμένη κατάσταση αποκτήνωσης και απανθρωποίησης των μαζών. Μια κοινωνική τάξη στον πάτο του καζανιού, η οποία μιλάει με πενήντα λέξεις και αναπαράγει τη βία, μέσα από τα σπασμένα νεύρα της και τις νευρώσεις της, μέσα από τη σπαταλημένη ενέργεια, μέσα από τα χαμένα όνειρα και τα αδιέξοδα. Εν τέλει, μέσα από μια μαύρη ζωή. Τα τελευταία είκοσι χρόνια η ιδιωτική τηλεόραση άλλαξε το προφίλ αυτής της χώρας. Ηρθαν αλλαγές που δεν είχαν συμβεί σε εκατό χρόνια.

– Για όλα φταίει η τηλεόραση;

– Πάντα υπήρχαν μ…κες και νούμερα. Τώρα όμως ηρωοποιούνται. Δεν είναι απλώς στην πρώτη σειρά, είναι το πρότυπο. Μετά ήρθαν και όλα τα άλλα… Η ηθική του χρήματος πέρασε παντού σαν αξία, ακόμη και στους νέους ανθρώπους. Για τα λεφτά τα κάνω όλα… Φαντάζεστε πού μπορεί να οδηγήσει αυτό; Σε πολύ άγριες καταστάσεις.

– Και το αύριο;

– Ακόμη πιο μαύρο, δεν έχουμε φτάσει ακόμη στον πάτο. Η Ελλάδα λατινοαμερικανοποιείται σταδιακά. Η ζωή φτηναίνει, οι θεσμοί διαλύονται. Φτώχεια, αλλά πραγματική φτώχεια τούτη τη φορά.

– Στον «Μαχαιροβγάλτη» υπάρχει διάχυτη μια ανασφάλεια, ένας φόβος. Οχι για τον ξένο, για τον γείτονα.

– Αυτό είναι και μια πτυχή της ιστορίας της Ελλάδας, ο Εμφύλιος. Το μεταξύ μας, που είναι ακόμη πιο άγριο γιατί είναι πιο προσωπικό. Ο ξένος γενικά και αόριστα είναι κάτι απρόσωπο. Ο γείτονας έχει φάτσα και όνομα, γι’ αυτό και οι καταστάσεις έχουν πιο πολύ μένος. Είμαστε μια κοινωνία μικρή, δεν έχουμε τη μυθολογία του ανοιχτού δρόμου, του ανοιχτού ορίζοντα, της περιπέτειας και της περιπλάνησης.

– Σε ποιο μύθο χτίστηκε η σύγχρονη Ελλάδα;

– Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Εδώ είναι οι κυρίαρχοι μυθολογικοί πυλώνες.

– Η οικογένεια είναι apriori ένα πεδίο σύγκρουσης;

– Οχι απαραίτητα. Θα ’ταν εύκολο να το πω αυτό.

– Ετσι την περιγράφετε.

– Για λειτουργικούς λόγους, γιατί αυτή η πτυχή της με ενδιαφέρει ως καλλιτέχνη. Δεν θέλω να κάνω μια δραματουργία όπου όλα θα ’ναι μέλι γάλα, όπως στο παλιό αλφαβητάρι της πρώτης Δημοτικού. Ο ρόλος της τέχνης δεν είναι ν’ αναπαράγει στερεότυπα, αλλά να ασκεί όσο το δυνατόν πιο αμείλικτη κριτική. Για να φτιάξουμε καλύτερες τις ζωές μας.

– Η μανιέρα είναι ένα στέρεο έδαφος; – Για κάποιους μπορεί. Δεν το νιώθω όμως έτσι. Νομίζω πως αλλάζω από ταινία σε ταινία. Δεν έχω επαναπαυτεί σε κάτι. Ποια είναι η μανιέρα; Μήπως το ότι ξαφνιάστηκαν όλοι;

– Ο λεκτικός αλληλοσπαραγμός, το ότι όλοι βωμολοχούν βρίζοντας χυδαία αλλήλους, δεν είναι μανιέρα;

– Οχι, για μένα είναι αναπαράσταση ακριβείας. Είναι δραματουργία αυτό το πράγμα και το χρεώνω ως τέτοιο στον εαυτό μου. Δεν θα μπορούσαν να είναι αλλιώς αυτές οι σκηνές. Δεν θα μπορούσα να περιγράψω αλλιώς αυτούς τους χαρακτήρες. Ενα ειλικρινές πλησίασμα είναι όλο αυτό, όχι κάτι ετοιματζίδικο, κάτι από τα πριν. Για παράδειγμα, δεν μπορώ να φανταστώ κάπως αλλιώς το βασανιστήριο που υφίσταται ένας κακομοίρης από έναν τοκογλύφο. Η λεκτική ένταση και η βωμολοχία δεν προϋπάρχουν, είναι μια συμπεριφορά που απορρέει από την ψυχολογία αυτών των ανθρώπων. Είμαι κάθετος σε αυτό. Τώρα, εάν κάποιοι αγνοούν αυτόν τον κόσμο που περιγράφω ή αν δεν έχουν ακούσει ποτέ τέτοια ελληνικά, ας βγουν από σπίτι τους και ας κυκλοφορήσουν λίγο στους δρόμους.

Ζω δίπλα σε ό,τι αναπαριστώ

– Το πολιτικό πώς ορίζεται σήμερα;

– Πολιτικά είναι τα πάντα. Για μένα, ως καλλιτέχνη, είναι η κοινωνική διάσταση που έχει το κάθε έργο τέχνης. Η κριτική ματιά στον κόσμο γύρω μας, στον πολιτισμό μας. Εκεί βρίσκεται η βαθύτερη πολιτική πλατφόρμα ενός έργου. Ολα τα άλλα είναι μικροπολιτική.

– Οι κινηματογραφιστές των δεκαετιών του ’80 ή και του ’90 εξαντλήθηκαν μικροπολιτικά;

– Δεν λέω αυτό. Είχαν βλέμμα, αγωνία, πολιτική τοποθέτηση, σκέψη… Ηταν όμως και λίγο λάιτ. Αυτό ήταν το πρόβλημα.

– Εννοείτε κόλλησαν στα κλισέ;

– Οχι, απλά δεν άνοιξε μύτη, δεν έτρεξε αίμα. Για παράδειγμα, είναι λιγάκι επιδερμικό το να κάνεις cut όταν ένας Αλβανός, που έχει χαρμανιάσει, πάει να ακουμπήσει μια πόρνη. Δεν κάνεις cut εκεί που βρίσκεται το ζουμί.

– Τι θα ’ταν τολμηρό;

– Να φωτίσεις περιοχές σκοτεινές και όχι να δείχνεις αυτό που μπορεί ο καθένας να το υποθέσει. Ο ρόλος της τέχνης είναι να ρίχνει φως στα σκοτάδια.

– Εσείς φεύγετε από τις περιοχές που είναι ορατές στο κοινό μάτι;

– Πιστεύω πως ναι. Εχω αναπτύξει μια ακραία δραματουργία σε επίπεδο αφήγησης, ψυχολογίας και συμπεριφορών.

– Η κρίση και η ρευστότητα που ζούμε είναι μια ευκαιρία για τον ελληνικό κινηματογράφο;

– Γιατί δεν συμπεριλαμβάνουμε και για το ελληνικό μυθιστόρημα, την ελληνική ποίηση ή την ελληνική ζωγραφική; Τα ζητήματα είναι ίδια για όλους τους καλλιτέχνες. Πάντως, την κρίση δεν τη σκέφτομαι με αυτό τον τρόπο. Ετσι θα τη βίωνε κάποιος που βρίσκεται από πάνω, στις ανώτερες τάξεις, και θα περίμενε τροφή για τα διανοητικά παιχνίδια του. Εγώ βιώνω όλα αυτά σαν μια τραγωδία. Δεν είμαι απέξω, ο παλμός μου παρόμοιος με τον παλμό των ταινιών μου. Ζω δίπλα σε ό,τι αναπαριστώ.

– Τι άλλο θα μπορούσε να σας εμπνεύσει;

– Το αστυνομικό δελτίο. Ο,τι θέλεις υπάρχει εκεί μέσα, η πραγματική ζωή.

– Τι σας ιντριγκάρει;

– Καταπληκτικές ιστορίες, που, τι κρίμα, τις ξεφτιλίζει η τηλεόραση. Η εταιρεία δολοφόνων, η ιστορία του παιδόκτονου Δουρή που λυντσαρίστηκε στις φυλακές, οι σατανιστές, το Κωσταλέξι, η πρόσφατη ιστορία του τύπου που σκότωσε την κοπέλα και την έριξε στο πηγάδι…

– Το αστυνομικό είδος γιατί δεν ευδοκίμησε στο ελληνικό σινεμά;

– Γιατί δεν υπήρξε κάτι βασικό πριν από τα είδη, ο κοινωνικός ρεαλισμός.

– Ούτε στην κωμωδία, στην οποία έχουμε παράδοση κωμικών, συμβαίνουν πράγματα με αντοχή στον χρόνο.

– Γιατί γίνονται χωρίς κόπο. Γυρίζονται κωμωδίες από ανθρώπους που οι ίδιοι δεν πιστεύουν στην κωμωδία. Δεν είναι η ζωή τους μέσα στο χιούμορ. Οι παλιοί, εκτός του ότι ήταν ευφυείς, ήσαν μέσα σε αυτό που έκαναν. Η ζωή τους ήταν αυτό το πράγμα. Σήμερα γίνονται ταινίες στο πόδι.

– Η ακρότητα των ταινιών σας εμπεριέχει το κωμικό;

– Ναι, και το σκέφτομαι σοβαρά κάποια στιγμή να πάω και προς τα εκεί. Φλερτάρω με την ιδέα μιας σαμπρολικού τύπου κωμωδίας, θυμάστε τον «Χασάπη» όπου ο δολοφόνος κάνει ερωτική εξομολόγηση τη στιγμή που πεθαίνει; Σκέτο βιτριόλι…

– Η ματιά σας διασταυρώνεται με τη ματιά άλλων σκηνοθετών της γενιάς σας;

– Γενικά και αόριστα ναι, κοινωνικό σινεμά κάνουν και άλλοι. Σε επίπεδο φόρμας και ύφους δεν νομίζω πως σκάβει κάποιος άλλος δίπλα μου.

– Η Ελλάδα μπορεί να εξάγει σινεμά;

– Χονδρικά όχι, λιανικά ναι. Το ευχάριστο είναι ότι γυρίζονται πια πολλές ταινίες.

– Οι παλιές παθογένειες ξεπεράστηκαν;

– Το να δέσεις δύο κάδρα είναι κάτι κεκτημένο. Το θέμα είναι η αφήγηση και τα εσωτερικά ζητήματά της. Δεν χρειάζεται μόνο να ’χεις δει πολλές ταινίες, πρέπει να είσαι παρατηρητικός όταν κοιτάζεις τον κόσμο και να έχεις διαβάσει μυθιστόρημα. Γιατί εκεί ακόμα και η παραμικρή λεπτομέρεια έχει σημασία. Βλέπεις ταινίες μικρού μήκους που έχουν άρτιες εικόνες, όμως όταν έρχεται η στιγμή του ηθοποιού και των διαλογικών σκηνών, χάνεται όλο το παιχνίδι.

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “H Eλλάδα λατινοαμερικανοποιείται…”

  1. Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα την «Ψυχή στο Στόμα». Δεν μπορούσα και δεν ήθελα να πω τίποτα και σε κανέναν για αρκετή ώρα. Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν: «Γιατί φερόμαστε έτσι ο ένας στον άλλο;». Μετά είδα το «Σπιρτόκουτο» και είχα την αίσθηση ότι ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη ταινία υπήρχε μια εξελικτική σχέση. Αναρωτιέμαι για τον «Μαχαιροβγάλτη».. νιώθω ότι μ’ αυτόν κλείνει ένας κύκλος.. νιώθω ότι πρόκειται για το αποκορύφωμα μιας «τριλογίας» (όχι με τη συμβατική έννοια).. κάπως σαν ένα καταστάλαγμα.. κάπως σαν απάντηση σε ένα βασανιστικό ερώτημα που δε μπορείς να διατυπώσεις με ακρίβεια, αλλά που δε σ’ αφήνει να κοιμηθείς τα βράδια.
    Δε νομίζω ότι οι ταινίες του απευθύνονται στους ανθρώπους, τους οποίους περιγράφει. Νομίζω ότι απευθύνονται σε ένα κοινό που αντιμετωπίζει αυτόν τον κόσμο με ειλικρίνεια, ίσως και με συμπάθεια. Γιατί το να μπορέσεις να αποτιμήσεις έναν κόσμο σημαίνει ότι (καλώς ή κακώς) έχεις κάνει το αποφασιστικό βήμα και έχεις διαφοροποιηθεί από αυτόν.
    Περιμένω πολλά απ’ τον Οικονομίδη. Κατάφερε να οδηγήσει το κοινό της γενιάς μου στις αίθουσες, μπόρεσε να είναι ειλικρινής και άμεσος. Τίποτα από αυτά δεν είναι λίγο.
    Υ.Γ. Δεν είναι η ομορφιά που ψάχνουμε, είναι η αλήθεια.. η αλήθεια είναι από μόνη της όμορφη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: