Εξαντλώντας τα όρια της πραγματικότητας

Συνέντευξη του Γιάννη Οικονομίδη στον Χρήστο Παρίδη @ Βιβλιοθήκη (Ελευθεροτυπία, 18/9/2010)

Εξαντλεί όσο λίγοι τα όρια της πραγματικότητας. Λέξεων και νοημάτων. Εξωθώντας τους ηθοποιούς του να αναπαράγουν έναν κόσμο συχνά νοσηρό, βίαιο, ακραία ταραγμένο. Ανθρώπους που απαρτίζουν ένα μέρος της σύγχρονης αθηναϊκής ανθρωπογεωγραφίας, με πιο προφανή αναφορά το μικροαστικό λούμπεν. Γλώσσα ωμή, αψεγάδιαστη μέσα στη σκληρότητα της, καθαρή από κοινωνικές συμβάσεις και υποκρισίες, ύφος και προθέσεις που απογυμνώνουν τους χαρακτήρες του.

Μικρές καθημερινές τραγωδίες μιας τάξης ανθρώπων που κινείται γύρω από την πλατεία Ομονοίας και ζει πέρα από τα τέρματα των λεωφορείων. Ενα σύμπαν που συχνά προσποιούμαστε ότι δεν το ξέρουμε. Ξάφνιασε ευχάριστα με το Σπιρτόκουτο, σόκαρε με την Ψυχή στο στόμα, με τον Μαχαιροβγάλτη θα ενοχλήσει. Βγάζοντας στο φως μια Ελλάδα που εγκληματεί, αλλά που σε λίγο δεν θα ‘χει πού να κρυφτεί. Σαν μια αρρώστια που περιμένει το σώμα να καμφθεί για να βγει στην επιφάνεια. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γιάννης Οικονομίδης μάς μιλάει για την αγωνία να καταγράψει και να αναπαραγάγει αυτήν την αρρωστημένη καθημερινότητα.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ: Σκεφτόσασταν πάντα με λέξεις ή με εικόνες;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Στην αρχή σκεφτόμουν με εικόνες. Οταν σπούδαζα κινηματογράφο, και μετά στις πρώτες μου ταινίες μικρού μήκους, όπου μοιραία προσπαθούσα να αντιγράψω τους μεγάλους σκηνοθέτες. Ηθελα να γίνω, ας πούμε, Αντονιόνι στη θέση του Αντονιόνι…

Χ. Π.: Ναι, είναι μια «κατάρα» που κουβαλάει ολόκληρος ο ελληνικός κινηματογράφος…

Γ. ΟΙΚ.: Τα έχω κάνει πια πέρα όλα αυτά. Τα διέγραψα όλα και εστίασα σε έναν κινηματογράφο με δραματουργική παράδοση, με αφήγηση. Εβαλα το αισθητικό μέρος και την εικόνα λίγο στην άκρη. Είπα, ας είναι η εικόνα κακότεχνη, η φωτογραφία άσχημη, ας μην έχω τη δυνατότητα να κάνω σπουδαία πλάνα. Δεν μ’ ενδιαφέρει αυτό. Μ’ ενδιαφέρει να κάνω ταινίες που να έχουν ιστορία, να κρατούν το ενδιαφέρον του θεατή, και οι ηθοποιοί μου όσον αφορά την αναπαράσταση του κόσμου και της πραγματικότητας, να είναι σε πολύ ψηλό επίπεδο. Ενα πράγμα που πάντα με ενοχλούσε στο ελληνικό σινεμά, ήταν η ανικανότητα να αναπαραστήσουν την πραγματικότητα ικανοποιητικά.

Χ. Π.: Υπάρχει και αυτό το πρόβλημα συχνά. Πολλές ταινίες δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα…

Γ. ΟΙΚ.: Υπάρχει ένα πρόβλημα με τον ρεαλισμό. Δηλαδή η αναπαράσταση του κόσμου είναι κατ’ επίφασιν. Τα πράγματα πάντα θυμίζουν την πραγματικότητα, αλλά ποτέ δεν είναι η πραγματικότητα. Οι άνθρωποι παίζουν και μιλάνε ρεαλιστικά, αλλά δεν είναι ρεαλιστικοί. Το ελληνικό σινεμά είναι λίγο συμβολικό. Λειτουργεί στη βάση μιας μεταφοράς.

Χ. Π.: Αλλά ούτε και το δικό σας σινεμά είναι ακριβώς ρεαλιστικό. Εχει μια ένταση εξιδανικευμένη, μια κατασκευή εξπρεσιονιστική.

Γ. ΟΙΚ.: Οι σκηνές που αναπαράγω και φτιάχνω, κάπου υπάρχουν.

Χ. Π.: Βεβαίως υπάρχουν, γι’ αυτό και είναι αναγνωρίσιμες, αλλά είναι καταιγιστικές…

Γ. ΟΙΚ.: Στη ζωή υπάρχουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και σε πάρα πολλές παραλλαγές. Ισως να θεωρείτε υπερβολική τη σύνθεση, επειδή είναι πολλές μαζί.

Χ. Π.: Πρέπει πάντως να πω ότι στον «Μαχαιροβγάλτη» είδα σιωπές με τρομερή εσωτερικότητα. Στα περισσότερα ελληνικά φιλμ οι σιωπές είναι κενές νοήματος….

Γ. ΟΙΚ.: Εγώ, αν η σιωπή δεν είναι αληθινή, αν δεν νιώθω εκείνη την ώρα ότι η σιωπή των ηθοποιών είναι αληθινή, δεν μπαίνει στην ταινία, έχει αποτύχει, πετάγεται. Θέλω η σιωπή να είναι πραγματική.

Χ. Π.: Γενικότερα βέβαια η ιδιότυπή σας χρήση της γλώσσας, η ωμότητα και η ένταση, διαμορφώνουν και τη φόρμα των ταινιών σας.

Γ. ΟΙΚ.: Σωστά. Αλλά όλα είναι ενταγμένα οργανικά. Η αφετηρία μου, απ’ όπου ξεκινάω να στήνω δραματουργικά τις σκηνές μου, είναι πάντα στην κατεύθυνση να πετύχω όσο το δυνατόν πιστότερα την αναπαράσταση της πραγματικότητας. Σ’ ένα επίπεδο συναισθηματικό ή ψυχολογικό μπορεί να φτάνω σε εξπρεσιονιστικά ύψη και βάθη. Αλλά το πρώτο επίπεδο είναι ο κόσμος, μέσα από τη δική μου αντίληψη και παρατήρηση. Και σ’ αυτό έχω χύσει πάρα πολύ ιδρώτα, έχω παλέψει πάρα πολύ γι’ αυτό, και δυστυχώς, μόνος μου. Γιατί δεν μπορούσα να βασιστώ σε μια ελληνική λογοτεχνία ρεαλιστική που δεν υπάρχει! Μια λογοτεχνία λόγου και πρόζας ρεαλιστικής, όπου θα έδειχνε πώς μιλάνε οι άνθρωποι. Ούτε σε μια παράδοση κινηματογραφική, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, σημαντικών για τη δεκαετία τους, όπως η Μαρκετάκη, ένα σινεμά μεγάλης ακρίβειας, ο Κώστας Μανουσάκης, ο Δαμιανός ή ο Κακογιάννης παλαιότερα.

Χ. Π.: Ολοι τους περιγράφουν με μεγάλη ταξική ευκρίνεια τους ήρωές τους…

Γ. ΟΙΚ.: Είναι όλοι εκείνοι που προσπαθούσαν να καταλάβουν και να μεταγράψουν την πραγματικότητα. Αλλά κυρίως με μια αφετηρία δυτικού ρεαλισμού, χωρίς πάντα την ποίηση, τον συμβολισμό και τον μυστικισμό. Μιλάω για τον δυτικό βερισμό. Δεν αποθεώνω τον ρεαλισμό, αλλά πιστεύω ότι ο κινηματογράφος πρέπει να ξεκινά από εκεί. Το ιδανικό μου θα ήταν, αν μπορούσα, την ώρα που συνέβαιναν τα πράγματα να ήμουν κι εγώ εκεί, ένας αόρατος μάρτυρας. Η αγωνία μου είναι πάντα «Κάπως έτσι θα γίνονταν;», «Κάπως έτσι θα ξεδιπλώνονταν τα γεγονότα, η συγκεκριμένη σκηνή;». Από την εποχή της πρώτης μου ταινίας είπα ότι θα προσπαθήσω να ανακαλύψω αυτό το πράγμα. Να φτιάξω μια κατάσταση που αρχικά θα είναι η ζωή, θα τη φιλμάρω και από ‘κεί και πέρα, όπου με βγάλει. Μ’ αυτόν τον γνώμονα στήθηκε το «Σπιρτόκουτο».

Χ. Π.: Με ποιον τρόπο γράφετε τους διαλόγους σας;

Γ. ΟΙΚ.: Τους παίζω πρώτα, κάτι πολύ επώδυνο για μένα, λόγω της μεγάλης εμμονής που έχω με την ακρίβεια. Πρέπει να είναι φυσικοί. Οπως είπα, σαν να βρίσκομαι στη γωνία ενός δωματίου και είμαι μάρτυρας μιας κατάστασης. Αυτό είναι το στοίχημα με τον εαυτό μου, αυτό πρέπει να ανακαλύψω κάθε φορά, κι αυτό είναι ο μεγάλος μου εφιάλτης. Τους γράφω, τους ξαναγράφω, τους παίζω και το φοβερό είναι στην πρόβα, όταν τους βάζω στο στόμα των ηθοποιών. Πολλές φορές συνειδητοποιώ πόσο μακριά είμαι ακόμα και τους πετάω, και ξανά από την αρχή. Μέχρι να βρεθεί πώς πρέπει να είναι.

Χ. Π.: Αφήνετε ελευθερία στους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν;

Γ. ΟΙΚ.: Βέβαια. Ετσι βγήκε το «Σπιρτόκουτο».

Χ. Π.: Πόσο καλά γνωρίζετε την τάξη των ανθρώπων που αναπαράγετε;

Γ. ΟΙΚ.: Δεν μπορώ να πω ότι τη γνωρίζω καλά. Απλώς την ψυχανεμίζομαι. Είναι και η καθημερινότητα όλη που έρχομαι σε επαφή. Είμαι ένας άνθρωπος που κινούμαι, παρατηρώ, κυκλοφορώ στους δρόμους. Βρίσκομαι συνεχώς σε κίνηση, ανάμεσα σ’ έναν κόσμο που είναι ο κόσμος μας.

Χ. Π.: Με τα αυτιά σας ορθάνοιχτα σαν πομπούς, φαντάζομαι…

Γ. ΟΙΚ.: Και τα μάτια ορθάνοιχτα. Είναι και όλη η κουλτούρα και τα πράματα που κουβαλάμε μέσα μας. Διαβάσματα, ταινίες, πολλές φορές μια ατάκα μπορεί να τη σκεφτώ στα αγγλικά και να την περάσω στα ελληνικά…

Χ. Π.: Είστε ταξιδιώτης μακρινών αποστάσεων μέσα στην πόλη; Το αστικό περιβάλλον των ταινιών σας παραπέμπει σε περιοχές υποβαθμισμένες…

Γ. ΟΙΚ.: Οχι ιδιαίτερα. Παίζει πολύ και η φαντασία. Κατ’ αρχάς, όλα ξεκινάνε από μια αρχετυπική ιδέα. Στο «Σπιρτόκουτο» είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου τον Σαίξπηρ. Να αντιμετωπίσω όλο αυτό με την ακρότητα και τα πάθη ενός σαιξπηρικού δράματος. Από την άλλη, ήθελα η ταινία να έχει άρωμα πολεμικό. Να νιώθει ο θεατής ότι είναι στα χαρακώματα και πέφτουν βόμβες. Αλλά εντέλει το μικροαστικό λούμπεν δεν διαφέρει πολύ από το αμερικανικό ή το γαλλικό. Και τις ταινίες τους τις έχω καθαρές στο μυαλό μου. Μεγάλωσα με το σινεμά τους, απλώς πρέπει να βρω τη δικιά μου αλήθεια. Πρέπει να έχει την ιδιαιτερότητα τη δική μας.

Χ. Π.: Οι λέξεις στα σενάρια σας, «βαριές κι ασήκωτες» θα ‘λεγε κανείς, έχουν ιδιαίτερα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά. Νομίζω ότι σε 30 χρόνια θα είναι ντοκουμέντο λεκτικό. Καταγράφετε και χαρτογραφείτε μια λούμπεν μικροαστική τάξη με απόλυτη ακρίβεια, ακόμα και στις ανάσες και στους ρυθμούς. Ο τρόπος εκφοράς τούς δίνει νόημα πολυδιάστατο πέρα από την έννοια τους.

Γ. ΟΙΚ.: Πολλές φορές δεν είμαι υπεύθυνος γι’ αυτό. Είναι η διάθεσή μου να τους εξωθήσω μέχρι τα άκρα τους και να τα πούνε οι ηθοποιοί. Πολλές φορές δεν ξέρω από πριν πώς πρέπει να ειπωθεί μια ατάκα, γι’ αυτό και πέφτει πολύ παίδεμα στα γυρίσματα. Τους πιέζω πάρα πολύ μέχρι να ακουστεί καλά στ’ αυτιά μου. Αν δεν ακουστεί αληθινά -σαν να είμαι ωτακουστής, δίπλα σε μια παρέα στον δρόμο-, δεν πάμε παρά πέρα. Θέτω την ψυχολογική συνθήκη πάνω στην οποία θα κινηθεί η σκηνή, το τι «παίζεται», τι διανέμεται, και από εκεί αρχίζουμε μια δουλειά που ξεγυμνωνόμαστε όλοι, μέχρι να τα πούμε όπως πρέπει να τα πούμε. Είναι λίγο σαν να κυνηγάμε στα τυφλά. Αλλά είναι καμιά φορά και τι μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος, τι θα βγάλει από μέσα του απ’ όλα αυτά που κουβαλάμε όλοι μας. Αν εξωθήσουμε τον εαυτό μας, θα τα βγάλουμε αληθινά. Γι’ αυτό είναι ντοκουμέντο. Γιατί εκείνη την ώρα το πιάνει η κάμερα και το καταγράφει ο ήχος. Θα σας εξομολογηθώ κάτι. Η τόλμη μου από το «Σπιρτόκουτο» και μετά δεν ήταν τόσο γνωσιολογική όσο ότι άφησα ελεύθερη την τρέλα μου. Είπα στον εαυτό μου, μην υπολογίζεις τίποτα, προχώρα. Και αφέθηκα.

Advertisements

4 Σχόλια to “Εξαντλώντας τα όρια της πραγματικότητας”

  1. Προχώρα κι αφέσου,Γιάννη!Πολύ καλά τα λες και πολύ καλά τα πράττεις!Χαιρόμαστε να δουλεύουμε μαζί σου κι έχουμε παράσημο τις συμμετοχές μας στις ταινίες σου.Κι εγώ κι άλλοι πολλοί!Νάσαι καλά και πάμε για τα επόμενα…όμορφα!

  2. κακέκτυπο dog days Says:

    Ντροπή στον Γιάννη Οικονομίδη που σκηνοθετεί ταινίες πραγματικά γροθιά στον αστισμό και αντισυστημικές , αντί να σκηνοθετεί ταινίες σαν τον «Κυνόδοντα» ώστε να λένε αφού έχουν δει την ταινία οι αστές «Αχ τι disturbing που ήταν; Αλλά μου άρεσε!».

  3. Νιωθω τυχερος που εχω δει την δουλεια σου στην ωρα της.Νιωθω τυχερος που υπαρχουν ανθρωποι στην Ελλαδα που δεν φοβουνται να βαλουν τον καθρεφτη πιο κοντα στο προσωπο τους.Ποτε τελικα βγαινει η ταινια??

  4. «το σπιρτοκουτο» ειναι πραγματικα μια ταινια που εδωσε μια κλωτσια στον ελληνικο κινηματογραφο,γιατι μονο με κλωτσιες μπορει να βγει απ’το τελμα της μετριοτητας και της αρρωστημενης decadance επαναληψης ξαναμασημενων εννοιων και ιδεων.Ελπιζω σε ανθρωπους που δεν αναπαραγουν της μιας φορας πετυχημενες συνταγες και που δεν ξεγελιουνται με την ψευδαισθηση,οτι ο «αφελης»θεατης αρεσκεται να επαναλαμβανεται στα ιδια νοηματα,μετα γινεται κατι σαν τα τριγωνα πανοραματος και το ρεβανι βεροιας δηλ. παμε εκει γιατι σιγουρα θα φαμε αυτο που επιθυμουμε και να το απολαυσουμε,ο σκηνοθετης πρεπει να ανανεωνεται απροβλεπτα και να μη προσκολλαται σ’ενα στυλ,σ’ενα υφος και ηθος.Καλη επιτυχια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: