Στην κόψη του µαχαιριού

Συνέντευξη του Γιάννη Οικονοµίδη
στον Άρη Μαλανδράκη @ Γαλέρα

Στη νέα του ταινία, ο τολµηρός κινηµατογραφιστής σκιαγραφεί τον παραλογισµό, την γελοιότητα, την βλακεία, την ιλαροτραγωδία, εν τέλει, της πραγµατικής ζωής.

Ο Στάθης Σταµουλακάτος, ο Βαγγέλης Μουρίκης και η Μαρία Καλλιµάνη σε σκίτσο του Πέτρου Ζερβού.

Ξεκίνησε µε το… εκκωφαντικό «Σπιρτόκουτο» και συνέχισε µε την… ανταριασµένη «Ψυχή στο στόµα». Αυτή τη φορά ο Γιάννης Οικονοµίδης «χτυπά» µε µια νέα µεγάλου µήκους ταινία, που «µυρίζει» –κυριολεκτικά– αίµα! Ο λόγος για τον πολυαναµενόµενο «Μαχαιροβγάλτη», σε παραγωγή Πάνου Παπαχατζή – Argonauts, που βγαίνει προσεχώς στις αίθουσες. Όλα δείχνουν ότι ο σκοτεινός και ακραία ρεαλιστικός βυθός στον οποίο αναδεύονταν οι αντιήρωες των δύο προηγουµένων ταινιών του είναι ξανά παρών. Έτοιµος να «καταπιεί» και τον νεοφερµένο. Δηλαδή, τον Νίκο – ένα ρεµάλι που ζει σε µια βιοµηχανική πόλη του Βορρά και κατεβαίνει στην Αθήνα αναζητώντας… καλύτερο βόλεµα. Για να βρεθεί ακόµα πιο βαθιά στα σκατά και να οδηγηθεί, «άβουλος και µοιραίος», στον ρόλο που του επιφυλάσσει ο τίτλος

Πώς σου προέκυψε ο «Μαχαιροβγάλτης»;

Από τις µικρού µήκους ταινίες που έκανα και µετά έπαψα να σκέφτοµαι εκ των προτέρων τι ταινία θέλω να φτιάξω. Μπήκα στην περιπέτεια αυτής της ταινίας έχοντας κάποιες ιδέες, την ατµόσφαιρα και ορισµένα πράγµατα που ήθελα να πω. Όλα τα υπόλοιπα, που είναι και τα περισσότερα, προέκυψαν και συνεχώς διαµορφώνονταν στη διάρκεια των γυρισµάτων.
«Γεννήτρια» δηλαδή ήταν το πλατό;

Και όχι µόνο. «Γεννήτρια», όπως το λες, ήταν και το πριν, η γραφή του σεναρίου, αλλά και το µετά: η φάση του µοντάζ.

Πώς θα όριζες την ταινία σου;

Όπως και στο «Σπιρτόκουτο» ή στην «Ψυχή στο στόµα», µου είναι πολύ δύσκολο να µιλήσω γι’ αυτήν. Παρόλο που υπάρχει plot, πλοκή και µάλιστα καθηλωτική, είναι δύσκολο να το περιγράψεις. Πάρε παράδειγµα το «Σπιρτόκουτο». Μπορείς να πεις γενικά ότι είναι µια οικογένεια που «πλακώνεται». Η ιστορία ενός τύπου που τον καταπιέζουν και τον πατάνε µέχρι να λιώσει. Και λοιπόν; Ύστερα από αυτό, τι;

Να στο θέσω αλλιώς: Επειδή οι τίτλοι των δύο προηγούµενων ταινιών σου σηµαίνουν κάτι, τόσο πριν τις δει κάποιος, όσο κυρίως αφού τις έχει δει, ο «Μαχαιροβγάλτης» είναι αυτό που λέει η λέξη;

Σηµαίνει αυτό ακριβώς, αλλά και το ανάποδο. Μπορεί να είναι µια φάρσα, τελικά.
Η κάµα του µαχαιριού όµως «µυρίζει» αίµα και θάνατο. Παραπέµπει κατά κάποιον τρόπο στους αντιήρωες των προηγούµενων ταινιών σου. Σε χαρακτήρες που ζουν στα όρια, στην κόψη µιας λεπίδας…
Ο «Μαχαιροβγάλτης» ανήκει στο είδος εκείνο των ταινιών που ανήκει και ο «Νεκρός» του Τζιµ Τζάρµους, όπου ενώ έχουµε έναν τίτλο που ξεκαθαρίζει εξαρχής τα πράγµατα, µια ταινία που διαπραγµατεύεται ένα πάρα πολύ σοβαρό θέµα, είναι «σκοτεινή» και η ατµόσφαιρά της εξπρεσιονιστική, παρ’ όλα αυτά χαρακτηρίζεται από απίστευτο χιούµορ, καθώς πραγµατεύεται την ανθρώπινη γελοιότητα και βλακεία. Ε, όλο αυτό το πράγµα χαρακτηρίζει και τον «Μαχαιροβγάλτη». Η ιλαροτραγωδία του αντανακλά, σε τελευταία ανάλυση, την ίδια τη ζωή.

Είναι ιλαροτραγωδία η ζωή µας;

Άλλες φορές ναι, άλλες φορές όχι. Το θέµα δεν είναι ποια είναι η πραγµατική ζωή αλλά πώς η τέχνη µεταγράφει κοµµάτια της πραγµατικής ζωής.

Ο διαβήτης σου όµως, αν το κέντρο του είναι η καρδιά της πόλης, κινείται για µια ακόµα φορά περιµετρικά. Διαγράφει ξανά µια τροχιά στα όρια της πόλης, εκεί που η αυθαίρετη και εξαµβλωµατική δόµηση στεγάζει ακόµα πιο «αυθαίρετους» και «εξαµβλωµατικούς» χαρακτήρες. Είναι κάτι που σε τραβάει προς τα εκεί;

Ναι. Πιστεύω ότι εκεί η εικόνα των ανθρώπων «µυρίζει» πιο πολύ. Ζουν µακριά από το λάιφ-στάιλ, χωρίς µακιγιάζ. Και εν πάση περιπτώσει, είναι περιοχές και εικόνες που δεν έχουν «παίξει» πολύ στο ελληνικό σινεµά, ενώ βρίσκονται δίπλα µας για να µην πω µέσα µας. Την πραγµατική Ελλάδα τη συναντάς στην ασχήµια αυτών των περιοχών.

Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Κυρίως στις «τυφλές» συµπεριφορές που αναφύονται… Πόσο «τυφλοί» είναι οι χαρακτήρες της δικής σου ταινίας;

Το θέµα της «αφασίας» είναι κάτι που πάντοτε µε απασχολεί. Η αφασική συµπεριφορά και τα σπασµένα νεύρα. Είναι ζητήµατα πολύ σοβαρά πια στη σύγχρονη ζωή. Η αφασική συµπεριφορά έχει να κάνει και µε το παράλογο της καθηµερινής ζωής. Αποτελεί τον ορισµό της ασταθούς αλήθειας: τίποτα δεν είναι όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Οι δικοί µου ήρωες βρίσκονται εγκλωβισµένοι σε ένα µικρόκοσµο. Παίρνουν πάρα πολύ σοβαρά τον εαυτό τους και τη ζωούλα τους. Είναι αποκοµµένοι από το ευρύτερο πλαίσιο και, ενώ είναι πολύ γελοίο αυτό που τους συµβαίνει, οι ίδιοι το θεωρούν πολύ σηµαντικό, αδυνατώντας να το δουν στις πραγµατικές διαστάσεις –η µατιά τους φτάνει µέχρι την άκρη της µύτης τους. Το τρίπτυχο «παραλογισµός, γελοιότητα και βλακεία» µε ενδιαφέρει πολύ και υπάρχει σε όλες τις ταινίες µου. Στον «Μαχαιροβγάλτη» είναι πολύ πιο έντονη και συνειδητή η σκιαγράφησή τους.

Με πρώτο και… χειρότερο τον αντιήρωα του τίτλου!

Ο Νίκος της ταινίας είναι ένα ρεµάλι. Ένας τενεκές ξεγάνωτος που, θέλοντας να ξεφύγει από τα ασφυκτικά πλαίσια της επαρχιακής πόλης του, κατεβαίνει στην Αθήνα. Για να διαπιστώσει πως έκανε µια τρύπα στο νερό. Από τη µολυσµένη Πτολεµαΐδα βρίσκεται σε µια ακόµα πιο δηλητηριασµένη Αθήνα, συνεχίζοντας να κάνει ό,τι και πριν: να κωλοβαράει ως γνήσιος τεµπελχανάς.

Η ταινία έχει τρεις βασικούς χαρακτήρες: τον Νίκο (Στάθης Σταµουλακάτος), τον θείο του Αλέκο (Βαγγέλης Μουρίκης), που τον προσκαλεί στην Αθήνα, και τη γυναίκα του τελευταίου, τη Γωγώ (Μαρία Καλλιµάνη), που κατά κάποιον τρόπο αποτελεί τον καταλύτη της ιστορίας. Ποια είναι η θέση της στο… ισοζύγιο των ρόλων;

Η Γωγώ είναι µια λαϊκή γκόµενα. Μια γυναίκα καταπιεσµένη µε τον µουρλό που έχει µπλέξει. Και µεταφέρει την καταπίεση αυτή σε όσους βρίσκονται κάτω από αυτήν. Κάτι σαν την πυραµίδα που συναντάς στον στρατό, όπου όσοι τα «ακούνε» από τους ανωτέρους, τα «χώνουν» στους κατωτέρους. Είναι κι αυτή εγκλωβισµένη, όπως οι υπόλοιποι. Όλοι µε µια αίσθηση µαταίωσης, κουβαλώντας τη µικρή ή τη µεγάλη τους µούρλα.

Υπάρχει ελπίδα διαφυγής γι’ αυτούς; Και αν ναι, είναι κάτι που τους προκύπτει αιφνίδια ή µπορούν µε κάποιο τρόπο να το µεθοδεύσουν;

Εννοείται ότι η γιατρειά υπάρχει. Αλλά εµένα δεν µε ενδιαφέρει να δώσω λύσεις, µόνο να δείξω πόσο επικίνδυνο και «αγριευτικό» είναι όλο αυτό το πράγµα. Αλίµονο αν πέσεις στα νύχια ανθρώπου που έχει ζήσει τη µαταίωση των ονείρων του. Και αυτό είναι κάτι που το βλέπεις παντού: στην αναίδεια του ταξιτζή, στην καχυποψία του µπάτσου, στην αδιαφορία του δηµόσιου υπάλληλου. Από οποιονδήποτε έχει µια µικρή εξουσία, αλλά τρώγεται µε τα ρούχα του, αν όχι µε τις σάρκες του. Αυτό είναι η αρχή του καθηµερινού φασισµού, και ένας θεός ξέρει πού µπορεί να φθάσει το πράγµα.

Υπάρχει βαλβίδα ασφαλείας για τέτοιου είδους συµπεριφορές;

Ακόµα και αν υπάρχει, εξουδετερώνεται από τον βάρβαρο και τραµπούκικο τρόπο που χαρακτηρίζει αυτούς τους ανθρώπους. Δεν έχουν έλεος!

Σε κάποια γυρίσµατα της ταινίας που ήµουν παρών, έγινα µάρτυρας… απρόβλεπτων καταστάσεων! Σε µια σκηνή ο Βαγγέλης Μουρίκης έβριζε από την είσοδο της κάβας του, κάπου στον Αγιο Παντελεήµονα, κάποιους «γείτονες»-κοµπάρσους. Το εντυπωσιακό ήταν ότι υπήρξαν περαστικοί, που δεν αντιλήφθηκαν ότι γυριζόταν ταινία και έσπευσαν να… σιγοντάρουν τις βλαστήµιες του πιστεύοντας ότι τις απηύθυνε σε λαθροµετανάστες της περιοχής! Άλλοι πάλι νόµιζαν ότι συνέβαινε το αντίστροφο και άρχισαν να τα «χώνουν» στον Βαγγέλη Μουρίκη! Πώς χειρίστηκες τέτοιου είδους συµβάντα στα γυρίσµατα;

Το… αξιοποίησα δεόντως στο µοντάζ, µιας και αποτελούν αναπάντεχα ντοκουµέντα! Ήταν άνθρωποι ανυποψίαστοι και γι’ αυτό απόλυτα ειλικρινείς στις αντιδράσεις τους. Και τι έκαναν; Αντί να παρέµβουν «πυροσβεστικά» σε αυτό που νόµιζαν αληθινό καυγά, το έκαναν ρωµαϊκή αρένα! Ποντάριζαν στον έναν ή στους άλλους, απευθύνοντας ανάλογα τις βρισιές τους!

Θα µπορούσες ακόµα και να περιφέρεις ένα καπέλο, συγκεντρώνοντας τα στοιχήµατα για την οικονοµική ενίσχυση της παραγωγής! Για να µιλήσουµε όµως σοβαρά: οι δύο προηγούµενες ταινίες σου ήταν έγχρωµες, αυτή εδώ ασπρόµαυρη. Τι σε έκανε να στραφείς σε αυτό;

Κατ’ αρχήν ο έρωτας. Ο σινεφίλ έρωτας που τρέφω για τις ασπρόµαυρες ταινίες. Στην πορεία αποδείχθηκε σωτήριος ο έρωτας αυτός. Αποδείχθηκε η πιο σωστή επιλογή γιατί ταίριαζε µε την ατµόσφαιρα της ιστορίας και µε τους χαρακτήρες της ταινίας. Και, επιπλέον, έλυσε πάρα πολλά προβλήµατα.

Πώς αυτό;

Κακά τα ψέµατα, είναι µια πολύ άσχηµη πόλη η Αθήνα. Πάρα πολύ άσχηµη να τη δεις σε χρώµα. Γιατί, πρώτα απ’ όλα δεν υπάρχει χρώµα. Παντού µπετόν σε τόνους γκρίζου-άσπρου, ένα πράγµα απαίσιο. Πολλές φορές στη διάρκεια των γυρισµάτων λέγαµε µε τον διευθυντή φωτογραφίας, τον Δηµήτρη τον Κατσαΐτη, πόσο τυχεροί ήµασταν που κάναµε την επιλογή του ασπρόµαυρου. Αλλιώς θα είχαµε φοβερά προβλήµατα. Κάτι που δεν το αντιµετώπισα στο «Σπιρτόκουτο» και στην «Ψυχή στο στόµα». Έγχρωµα µεν και τα δύο, αλλά το πρώτο ήταν όλο εσωτερικά γυρίσµατα και το δεύτερο κυρίως νυχτερινά. Εδώ, είχα να απαντήσω σε ένα πολύ σηµαντικό ερώτηµα που αφορά την αισθητική της εικόνας. Δεν είναι παίξε γέλασε: υπάρχει πάντα το θέµα πώς φιλµάρεις τον τόπο σου. Ο χώρος µας είναι αυτός; Ωραία, πώς φιλµάρουµε την Αθήνα; Τι κάνουµε για να βγει µια εικόνα της προκοπής; Εκεί υπάρχει θέµα.

Και έβαλες τους «ασπρόµαυρους» χαρακτήρες σου µέσα σε µια ασπρόµαυρη πόλη…

Τελικά, ναι. Οι τόνοι του γκρίζου και το φως έδωσαν τη λύση. Ξαφνικά δηµιουργήθηκε ένα σύµπαν που είναι και λίγο υπερρεαλιστικό. Θέλω να πω, δεν είναι αποκλειστικά η Αθήνα αυτή που εικονίζεται, ούτε η ιστορία αποκλειστικά ελληνική. Θα µπορούσε να συµβεί οπουδήποτε –σε µια µεγαλούπολη του δυτικού κόσµου. Τι έχουµε; Έναν «τενεκέ» που φεύγει από την επαρχία και κατεβαίνει στην πόλη. Είτε για Βαλκάνια µιλάµε, είτε για Ιταλία, είτε όπου αλλού, ρεµάλια όπως ο Νίκος είναι παντού και πάντα ίδια.

Η Ανατολή συµµετέχει σε αυτή την… κατανοµή;

Και αυτή υπάρχει µέσα. Το ραχάτι, δηλαδή. Ο Νίκος είναι ένας τεµπελχανάς…
Οι παλιοί τεµπελχανάδες όµως είχαν στο ζωνάρι τους µαχαίρι…
Στην ταινία υπάρχει µια ανατροπή σχετικά µε αυτό. Δεν παίζει σε τέτοιο ταµπλό ο χαρακτήρας του Νίκου. Απλώς είναι το κωλόπαιδο της διπλανής πόρτας. Ένας τριανταπεντάρης µε µυαλό δεκατετράχρονου. Ένας «τρόµπας», µε λίγα λόγια.

Απ’ ό,τι βλέπω δεν του χαρίζεσαι καθόλου. Ακόµα και τα ρεµάλια έχουν κερδίσει συµπάθειες στο σινεµά!

Μα, δεν είναι καν ρεµάλι! Δεν έχει το µάτι το κουτσαβάκικο που θα σε «σφάξει» µόνο µε το βλέµµα του. Αυτό δεν σηµαίνει ότι δεν µπορεί κάποια στιγµή να κάνει φόνο. Αυτή είναι και η πλάκα! Ότι δηλαδή είναι και λίγο ειρωνικό το «Μαχαιροβγάλτης». Ο Νίκος κινείται σε µια ελαφρότητα. Σε µια κωλοπαιδιαρίστικη ελαφρότητα, που είναι τελικά αυτή που τον διασώζει!

Απ’ το σχεδιαστήριο στην οθόνη
Ανάµεσα στις πολλές εκπλήξεις που κρύβει ο «Μαχαιροβγάλτης», υπάρχει και µια που σχετίζεται µε ένα γνωστό σκιτσογράφο και συνεργάτη της ΓΑΛΕΡΑΣ από το πρώτο τεύχος! Ο Πέτρος Ζερβός, που υπογράφει τις βινιέτες στα «Δύο Έργα SEX» (εκτός από τις γελοιογραφίες σε άλλες σελίδες και –κατά καιρούς– τα εξώφυλλα), άφησε για λίγο τα σύνεργα της δουλειάς του και ανέλαβε έναν µικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο στην ταινία. «Με τον Πέτρο Ζερβό είµαστε καλοί φίλοι. Αποφάσισα λοιπόν να του αναθέσω το άνοιγµα της ιστορίας», µας είπε ο σκηνοθέτης. «Η εναρκτήρια σκηνή του “Μαχαιροβγάλτη”, µε τον πρωταγωνιστή καθισµένο στην όχθη ενός ξεροπόταµου της Πτολεµαΐδας, αποκτά κίνηση µε την εµφάνιση του Πέτρου. Υποδύεται ένα συγχωριανό και φίλο τού ήρωα, που πάει να του δώσει κάτι δανεικά. Κάνουν ένα τσιγάρο στο “πεθαµένο” ποτάµι και µετά χωρίζουν». Όχι οριστικά, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια της ταινίας, αφού ο Γιάννης Οικονοµίδης αποφάσισε να τον βάλει να παίξει και σε κάποιες άλλες σκηνές. Και αυτό γιατί, όπως λέει, τα πήγε πολύ καλά στο «βάπτισµα του πυρός»! Ο γνωστός σχεδιαστής όµως δεν… ξέχασε την τέχνη του. Ανέλαβε λοιπόν να φιλοτεχνήσει την αφίσα της ταινίας (όταν γράφονταν αυτές οι γραµµές βρισκόταν ακόµα στα προσχέδια). Στη διάρκεια των γυρισµάτων πάντως του… προέκυψαν δύο σκίτσα! Ένα εκφραστικό πορτρέτο του σκηνοθέτη και µια σύνθεση των τριών πρωταγωνιστών, µε το µαχαίρι να αιωρείται απειλητικά πάνω από τα κεφάλια τους. Περισσότερα µπορείτε να βρείτε στο site της ταινίας (maxairovgaltis.wordpress.com), απ’ όπου και το σκίτσο που σας παρουσιάζουµε σε… πρώτη έντυπη προβολή!

* «Ο Μαχαιροβγάλτης».
Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονοµίδης. Σενάριο: Γιάννης Οικονοµίδης – Δώρης Αυγερινόπουλος. Παίζουν: Στάθης Σταµουλακάτος, Βαγγέλης Μουρίκης, Μαρία Καλλιµάνη, Γιάννης Βουλγαράκης, Γιάννης Αναστασάκης, Κώστας Σειραδάκης, Μάγια Κώνστα, Νικολίτσα Ντρίζη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: